ηλεκτροσόκ

Μεταφράσεις

ηλεκτροσόκ

electroshock, electric shockصَدْمَة كَهْرَبَائِيَّةúraz elektrickým proudemelektrisk stødStromschlagdescarga eléctricasähköiskuchoc électriqueelektrični šokscossa elettrica感電감전elektrische schokstøtwstrząs elektrycznychoque elétricoудар электричествомelektrisk stötกระแสไฟดูดelektrik çarpmasıđiện giật电击 (ilektro'sok)
ουσιαστικό ουδέτερο inv
η διοχέτευση δόσης ηλεκτρισμού σε ζωντανό οργανισμό
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close