ηλικία

Μεταφράσεις

ηλικία

възрастAlterageedadikäâgekoretàleeftijd, aevum, ouderdomwiekidadeвозрастyaşعُمْرvěkalderdob年齢나이alderålderอายุtuổi年龄גיל年齡 (ili'cia)
ουσιαστικό θηλυκό
η διάρκεια ζωής η παιδική ηλικία σε μικρή ηλικία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close