ηλικιωμένος

Μεταφράσεις

ηλικιωμένος

(ilicio'menos) αρσενικό

ηλικιωμένη

(ilicio'meni) θηλυκό

ηλικιωμένο

âgéaged, old, elderlyعُمْره, مُسِنّpostarší, ve věkuældre, år gammelältlich, bejahrtanciano, años, de edadiäkäs, ikääntynytstariji, u dobianziano, di età年老いた, 年配の나이가 지긋한, 늙은bejaard, oudgammel, tilårskommenstarszy, w podeszłym wiekucom, com a idade de, idosoлет возраста, пожилойäldre, i en ålder avสูงวัย, อายุ...ปีyaşlı, yaşlılarcao tuổi, có tuổi là…岁的, 年过中年的старישן (ilicio'meno)
επίθετο
γέρος, γριά ηλικιωμένο ζευγάρι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close