ημερήσιος

(προωθήθηκε από ημερήσια)
Μεταφράσεις

ημερήσιος

(ime'risios) αρσενικό

ημερήσια

(ime'risia) θηλυκό

ημερήσιο

ежедневникdaily, dayjournaliertäglichdagelijksdenně每日codziennie매일每日diariodagligen (ime'risio) ουδέτερο
επίθετο
1. που διαρκεί μόνο μία μέρα ημερήσια εκδρομή
2. καθημερινός το ημερήσιο δρομολόγιο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close