ηρεμιστικός

Μεταφράσεις

ηρεμιστικός

(iremisti'kos) αρσενικό

ηρεμιστική

(iremisti'ci) θηλυκό

ηρεμιστικό

sedative (iremisti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που κανει κπ να ησυχάζει ηρεμιστικό χάπι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close