ηρεμώ

Μεταφράσεις

ηρεμώ

(ire'mo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. ησυχάζω Ηρέμησε, μην κάνεις έτσι!
2. χαλαρώνω Ξάπλωσα και ηρέμησα.
3. (για καιρό) μειώνεται η έντασή μου Η θάλασσα ηρέμησε.

ηρεμώ

calm, calm downtranquilliser, se calmercallar, tranquilizar, tranquilizarseيَهْدَأُuklidnit (se)falde til roberuhigenrauhoittuasmiriti secalmarsi落ち着く진정하다rustig wordenroe (seg) neduspokoićacalmar-seуспокаивать(ся)lugna ner (sig)ทำให้สงบsakinleşmekbình tĩnh lại平静下来
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
γαληνεύω Η θάλασσα τον ηρέμησε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close