ηχηρός

(προωθήθηκε από ηχηρή)
Μεταφράσεις

ηχηρός

(içi'ros) αρσενικό

ηχηρή

(içi'ri) θηλυκό

ηχηρό

loud, voiced, resonant, sonorousمَدُوhlasitýhøjlautchillónäänekäsbruyantglasanrumoroso大声の소리가 큰luidhøylyttgłośnyaltoгромкийhögljuddดังgürültülüto大声的 (içi'ro) ουδέτερο
επίθετο
που βγάζει δυνατό ήχο ηχηρό γέλιο
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close