θέρμανση

Μεταφράσεις

θέρμανση

hejtadoتَسْخِيـنtopeníopvarmningHeizungheatingcalefacciónlämmityschauffagegrijanjeriscaldamento暖房가열verwarmingoppvarmingogrzewanieaquecimentoнагреваниеvärmeการทำให้อุ่นısıtmasự đốt nóng暖气, 加热加熱отопление ('θermansi)
ουσιαστικό θηλυκό
η παροχή θερμότητας σε κλειστό χώρο σπίτι χωρίς θέρμανση κεντρική θέρμανση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close