θέση

Μεταφράσεις

θέση

position, place, situation, statusposition, place, endroitمَكَان, مَكَانَةmísto, poziceplads, positionPlatz, Positionlugar, posiciónasema, paikkamjesto, položajposizione, posto位置, 場所위치, 장소plaats, positieplass, posisjonmiejsce, pozycjalocal, lugar, posiçãoместо, положениеplats, positionตำแหน่งpozisyon, yerinenơi chốn, vị trí位置 ('θesi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. προορισμένος χώρος για κτ ή κπ βάζω κτ στη θέση του αλλάζω θέση
2. θέση για κοινή χρήση πιάνω θέση (στο λεωφορείο) κλείνω θέση (στο θέατρο) βρίσκω θέση
3. επαγγελματική απασχόληση θέση εργασίας
4. κατάσταση, περίσταση Είμαι σε δύσκολη θέση. Έλα στη θέση μου!
(δεν) μπορώ, είμαι ικανός να
5. άποψη, στάση παίρνω θέση Γνωρίζετε τις θέσεις μας.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close