θίγω

Μεταφράσεις

θίγω

касаться, оскорбитьslight, offendيُسيِءُ إِلَىurazitfornærmebeleidigenofenderloukataoffusqueruvrijeditioffendere不快感を与える위반하다beledigenfornærmeobrazićofenderförnärmaทำให้ขุ่นเคืองgücendirmekxúc phạm犯罪 ('θiɣo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
προσβάλλω Τα λόγια της τον έθιξαν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close