θανάσιμος

(προωθήθηκε από θανάσιμο)
Μεταφράσεις

θανάσιμος

(θa'nasimos) αρσενικό

θανάσιμη

(θa'nasimi) θηλυκό

θανάσιμο

mortalmortalmortal (θa'nasimo) ουδέτερο
επίθετο
που προκαλεί το θάνατο θανάσιμο όπλο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close