θαυματουργός

(προωθήθηκε από θαυματουργό)
Αναζητήσεις σχετικές με θαυματουργό: λεμόνι, μελί
Μεταφράσεις

θαυματουργός

(θavmatur'ɣos) αρσενικό

θαυματουργή

(θavmatur'ʝi) θηλυκό

θαυματουργό

miraculous (θavmatur'ɣo) ουδέτερο
επίθετο
1. που κάνει θαύματα θαυματουργή εικόνα
2. εντυπωσιακά αποτελεσματικός θαυματουργό φάρμακο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close