θεαματικότητα

Μεταφράσεις

θεαματικότητα

(θeamati'kotita)
ουσιαστικό θηλυκό
το ποσοστό ακροαματικότητας εκπομπή με μεγάλη θεαματικότητα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close