θελκτικός

Μεταφράσεις

θελκτικός

(θelkti'kos) αρσενικό

θελκτική

(θelkti'ci) θηλυκό

θελκτικό

seductive (θelkti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που προσελκύει θελκτικό χαμόγελο θελκτική τιμή
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close