θεμέλιο

Μεταφράσεις

θεμέλιο

fondementfoundation, groundworkstichtingfundaçãofundacjaStiftelsefundaciónfondazioneNadaceStiftungФондацияфундамент (θe'melio)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. (στον πληθ) το στήριγμα κτίσματος κάτω από το έδαφος τα θεμέλια ενός σπιτιού
2. μεταφορικά η βάση τα θεμέλια μιας ιδεολογίας
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close