θεμιτός

Μεταφράσεις

θεμιτός

(θemi'tos) αρσενικό

θεμιτή

(θemi'ti) θηλυκό

θεμιτό

fair, lawful, legitimate, licitliciterättvisjustoยุติธรรมהוגן공정한 (θemi'to) ουδέτερο
επίθετο
1. λογικός θεμιτή ερώτηση
2. στα επιτρεπτά όρια θεμιτή διαδικασία
Πλοηγός λέξεων ?
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close