θερίζω

Μεταφράσεις

θερίζω

mow, harvest, reapmoissonner, tondreيَقْطَعُ الْأعْشَابَsekatslåmähencortar, segarleikata ruohoakosititagliare l’erba刈る베다maaienslåskosićcortar, mowкоситьklippaตัดหญ้าçim biçmekcắt cỏ割草 (θe'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. μαζεύω τη σοδειά θερίζω το σιτάρι
2. μεταφορικά εξοντώνω Το κρύο τους θέρισε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close