θερινός

(προωθήθηκε από θερινή)
Μεταφράσεις

θερινός

(θeri'nos) αρσενικό

θερινή

(θeri'ni) θηλυκό

θερινό

летнийsummerverano夏天estateverãozomer여름лятоsommerSommer夏天latoété (θeri'no) ουδέτερο
επίθετο
καλοκαιρινός
σε ανοιχτό χώρο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close