θεωρητικός

Μεταφράσεις

θεωρητικός

(θeoriti'kos)

θεωρητική

(θeoriti'ci) θηλυκό

θεωρητικό

abstract, theoretical, theoretician, academic, speculativethéoricien, théorique, abstraitنَظَرِيّabstraktníabstraktabstraktabstractoabstraktiapstraktanastratto抽象的な추상적인abstractabstraktabstrakcyjnyabstracto, abstratoабстрактныйabstraktที่เป็นนามธรรมsoyuttrừu tượng抽象的, 理论理論 (θeoriti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που γίνεται χωρίς πρακτική εφαρμογή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close