θεϊκός

(προωθήθηκε από θεϊκή)
Μεταφράσεις

θεϊκός

(θei'kos) αρσενικό

θεϊκή

(θei'ci) θηλυκό

θεϊκό

divinediadivinбожественный (θei'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. σχετικός με θεό η θεïκή θέληση
2. πανέμορφος, εξαίσιος Έχει θεϊκό πρόσωπο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close