θηλάζω

Μεταφράσεις

θηλάζω

nurse, suck, suckle, breast-feedيُرْضِعkojitgive bryststillenamamantarimettääallaiterdojitiallattare al seno授乳する모유를 먹이다borstvoedenammenakarmić piersiąamamentarкормить грудьюammaให้นมทารกด้วยนมแม่emzirmeknuôi con bằng sữa mẹ哺乳 (θi'lazo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. (για μητέρα) δίνω γάλα από το στήθος μου σε μωρό θηλάζω το μωρό μου
2. ρουφάω γάλα από το στήθος της μητέρας μου Το μωρό θηλάζει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close