θηλασμός

Μεταφράσεις

θηλασμός

(θila'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
η διαδικασία κατά την οποία το μωρό θηλάζει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close