θηλυκός

Μεταφράσεις

θηλυκός

(θili'kos) αρσενικό

θηλυκή

(θili'ci)

θηλυκιά

(θili'ca) θηλυκό

θηλυκό

weiblichfemale, feminineféminin, femellevrouwelijkfemeninoمُؤَنَّثženskýkvindelignaispuolinenženskifemminile女性の여성의kvinneligżeńskifeminino, fêmeaженскийkvinnligเกี่ยวกับสตรีkadınnữ女性的, 女性女性נקבהженски (θili'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με το φύλο που γεννάει το θηλυκό γένος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close