θηλυπρεπής

Μεταφράσεις

θηλυπρεπής

(θilipre'pis) αρσενικό-θηλυκό

θηλυπρεπές

unmanly (θilipre'pes) ουδέτερο
επίθετο
που έχει γυναικεία χαρακτηριστικά ή τρόπους θηλυπρεπής κίνηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close