θητεία

Μεταφράσεις

θητεία

tenure, termBegriffterminetermetermínтерминtermijnהמונחterminمصطلح (θi'tia)
ουσιαστικό θηλυκό
παραμονή στο στρατό ή σε αξίωμα mh η στρατιωτική θητεία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close