θιγμένος

(προωθήθηκε από θιγμένη)
Μεταφράσεις

θιγμένος

(θiɣ'menos) αρσενικό

θιγμένη

(θiɣ'meni) θηλυκό

θιγμένο

(θiɣ'meno) ουδέτερο
επίθετο
που έχει θιχτεί θιγμένο ύφος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close