θλίβω

Μεταφράσεις

θλίβω

afflict, distress, grieveĉagreniattristerbedroeven, verdrieten ('θlivo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
στενοχωρώ Τα νέα του με έθλιψαν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close