θλιβερός

Μεταφράσεις

θλιβερός

(θlive'ros) αρσενικό

θλιβερή

(θlive'ri) θηλυκό

θλιβερό

sad, baleful, doleful, grievous, regrettablesurullinentristeszomorútristeпечальный (θlive'rο) ουδέτερο
επίθετο
1. λυπητερός θλιβερό τραγούδι
2. δυσάρεστος, κακός θλιβερά νέα
3. σε αξιολύπητη κατάσταση θλιβερή εμφάνιση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close