θλιμμένος

Μεταφράσεις

θλιμμένος

(θli'menos) αρσενικό

θλιμμένη

(θli'meni) θηλυκό

θλιμμένο

depressed, sadabătutحَزينdeprimovanýdeprimeretdeprimiertdeprimidomasentunutdéprimédeprimirandepresso意気消沈した기운이 없는depressiefnedtryktprzygnębionydeprimidoугнетенныйdeprimeradหดหู่canı sıkkınchán nản抑郁的 (θli'meno) ουδέτερο
επίθετο
λυπημένος θλιμμένο ύφος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close