θολός

Μεταφράσεις

θολός

(θο'los) αρσενικό

θολή

(θο'li) θηλυκό

θολό

dim, cloudy, turbidtrouble (θο'lo) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι διαυγής θολά τζάμια θολά νερά
2. ασαφής θολή εικόναανάμνηση
3. χωρίς λάμψη, άδειος θολό βλέμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close