θολώνω

Μεταφράσεις

θολώνω

(θo'lono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
χάνω τη διαύγειά μου Τα νερά θόλωσαν.

θολώνω

cloud, muddyembrouiller, troubler
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
μεταφορικά προκαλώ σύγχυση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close