θρήσκος

Μεταφράσεις

θρήσκος

('θriskos) αρσενικό

θρήσκα

('θriska) θηλυκό

θρήσκο

pieuxreligious宗教דתי宗教религиозни종교religiosaالدينية宗教religiosoreligieuzereligiøse ('θrisko) ουδέτερο
επίθετο
που ζει σύμφωνα με τις θρησκευτικές του αρχές
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close