θροΐζω

Μεταφράσεις

θροΐζω

(θro'izo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
ακούγομαι ελαφρά όταν κινούμαι τα φύλλα θροΐζουν
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close