θρυμματίζω

Μεταφράσεις

θρυμματίζω

smash, crumble, fritter, shatter, break upيُجَزِّأ, يُهَشِّمُrozbít (se), rozpadnout seknuse, smadreabbrechen, zertrümmerndestrozar, romper, separarjakaa osiin, särkeäbriserraskomadati, razbitidistruggere, spezzareばらばらにする, 打ち砕く...을 산산이 부수다, 부수다breken, in stukken brekenbryte opp, knuserozbić, złamaćdespedaçar, dividir, romperломать, разбиватьgöra slut, slå sönderแตกเป็นชิ้นเล็กชิ้นน้อย, ทำให้แตกเป็นเสี่ยงๆayrılmak, paramparça etmekbẻ, tách ra, đạp tan ra từng mảnh打碎, 粉碎 (θrima'tizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
τρίβω ή σπάω κτ σε μικρά κομμάτια θρυμματίζω ένα μπισκότο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close