θυμωμένος

Μεταφράσεις

θυμωμένος

(θimo'menos) αρσενικό

θυμωμένη

(θimo'meni) θηλυκό

θυμωμένο

angry, mad, stroppyénervé, en colèreغَاضِبrozzlobenývredwütendenfadadovihainenljutarrabbiato怒った화난boossintzłycom raiva, zangadoсердитыйargโกรธkızgıntức giận愤怒的ядосанכועס (θimo'meno) ουδέτερο
επίθετο
που αισθάνεται ή δείχνει θυμό θυμωμένο βλέμμα Ήταν θυμωμένη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close