θυμώνω

Μεταφράσεις

θυμώνω

angerfâcher (θi'mono)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
με πιάνει θυμός εναντίον κάποιου Θύμωσε γιατί έλειπα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close