θόρυβος

Μεταφράσεις

θόρυβος

Lärm, Aufsehen, Krach, Geräuschnoiseruidobruitbarulhoضَوضَاءٌhluklarmmelubukarumore騒音소음lawaaistøyhałasшумoväsenเสียงgürültütiếng ồn噪声, 噪音רעש噪音шум ('θorivos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. δυνατός ενοχλητικός ήχος κάνω θόρυβο
2. μεταφορικά απήχηση Τα νέα προκάλεσαν θόρυβο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close