ιδιότητα

Μεταφράσεις

ιδιότητα

property, attributepropre, propriété (iði'otita)
ουσιαστικό θηλυκό
1. γνώρισμα οι ιδιότητες ενός φαρμάκου
2. αξίωμα με την ιδιότητα του γιατρού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close