ιδιότροπος

Μεταφράσεις

ιδιότροπος

(iði'otropos) αρσενικό

ιδιότροπη

(iði'otropi) θηλυκό

ιδιότροπο

freakish, temperamental, whimsical (iði'otropο) ουδέτερο
επίθετο
με παράξενο και δύσκολο χαρακτήρα ιδιότροπος άνθρωπος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close