ιδρύω

Μεταφράσεις

ιδρύω

found, establishfonder (i'ðrio)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
οργανώνω και ξεκινάω τη λειτουργία δραστηριότητας ιδρύω ένα σύλλογο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close