ικανός

(προωθήθηκε από ικανό)
Μεταφράσεις

ικανός

(ika'nos) αρσενικό

ικανή

(ika'ni) θηλυκό

ικανό

fähigable, capable, proficient, qualified, skilful, competentcapable, habile, compétentabile, capace, competenteقَادِر, قادِر, مُخْتَصّschopnýduelig, kompetent, være i stand tilcapaz, competentekykenevä, pätevä, pystyväsposoban・・・ができる, 有能な...할 능력이 있는, 유능한, 할 수 있는bekwaam, capabel, competentdyktig, kompetentfachowy, zdolnycapaz, competenteкомпетентный, способныйbehörig, skickligที่มีความสามารถ, ที่สามารถทำได้, สามารถmuktedir, yetkincó khả năng, có năng lực有能力的, 胜任的, (ika'no) ουδέτερο
επίθετο
1. άξιος Είναι πολύ ικανή στη δουλειά της.
μπορώ να φτάσω στο σημείο να Είναι ικανός να σκοτώσει για τα λεφτά. Είναι ικανός για όλα.
2. αρκετός ικανός αριθμός μελών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close