ισάξιος

(προωθήθηκε από ισάξια)
Μεταφράσεις

ισάξιος

(i'saksios) αρσενικό

ισάξια

(i'saksia) θηλυκό

ισάξιο

(i'saksio) ουδέτερο
επίθετο
που έχει την ίδια αξία με κτ ή κπ είμαι ισάξιος με
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close