ισιώνω

Μεταφράσεις

ισιώνω

(i'sçono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κτ να είναι ίσιο ισιώνω το κάδρο ισιώνω τα μαλλιά μουτο τραπεζομάντιλο

ισιώνω

flatten, straighten
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
επανέρχομαι σε ίσια θέση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close