ισοπεδώνω

Μεταφράσεις

ισοπεδώνω

level, flatten, raze (isope'ðono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κτ να είναι επίπεδο ισοπεδώνω περιοχή
2. μεταφορικά γκρεμίζω ισοπεδώνω ένα σπίτι
3. αρνούμαι τις ιδιαιτερότητες Ισοπέδωσε κάθε πρωτοβουλία.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close