ισορροπημένος

(προωθήθηκε από ισορροπημένο)
Μεταφράσεις

ισορροπημένος

(isoropi'menos) αρσενικό

ισορροπημένη

(isoropi'meni) θηλυκό

ισορροπημένο

مُتَوازِنvyváženýafvejetausgeglichenbalancedequilibradotasapainoinenéquilibréuravnoteženequilibratoバランスのとれた균형 잡힌evenwichtigbalansertzrównoważonyequilibradoвзвешенныйbalanseradที่สมดุลdengelicân bằng平稳的, 平衡平衡מאוזןбалансирано (isoropi'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που διακρίνεται από ισορροπία ισορροπημένη διατροφή
2. που δε χάνει το μέτρο ισορροπημένη σχέση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close