ιστιοπλοΐκό

Μεταφράσεις

ιστιοπλοΐκό

(istioploi'ko)
ουσιαστικό ουδέτερο
μικρό πλεούμενο με μηχανή και πανιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close