ισχνός

(προωθήθηκε από ισχνό)
Μεταφράσεις

ισχνός

(is'xnos) αρσενικό

ισχνή

(is'xni) θηλυκό

ισχνό

dürftig, knapp, mager, dünnmeager, paltry, puny, scraggy, tenuous, thin, skinnymaigreهَزِيلُ الـجِّسْمِhubenýmagerflacoerittäin laihamršavmagroやせこけた말라빠진broodmagertynnchudymagrelo, magricelaтощийsmalผอมมากkürdan gibigầy nhom极瘦的 (is'xno) ουδέτερο
επίθετο
1. υπερβολικά αδύνατος ισχνά πόδια
2. μεταφορικά πολύ μικρός ισχνή μερίδα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close