ισχυρισμός

Μεταφράσεις

ισχυρισμός

allegation, claim, assertionprétension, allégation, déclarationاِدَّعَاء, زَعْمobvinění, tvrzeníbeskyldning, påstandBehauptungafirmación, demanda, imputaciónväitenavod, tvrdnjaaccusa, dichiarazione主張, 申し立て주장bewering, claimbeskyldning, kravtwierdzenie, żądaniealegação, reivindicação, reclamarобвинение, предположениеanklagelse, anspråkการเรียกร้อง, ข้อกล่าวหาiddia, taleplời cáo buộc, lời tuyên bố主张, 诉求 (isçiri'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
αυτό που υποστηρίζει κν Ο ισχυρισμός του δε στέκει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close