ισχύω

Μεταφράσεις

ισχύω

(i'sçio)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. μπορώ να εφαρμοστώ Ο νόμος ισχύει.
2. παραμένω έγκυρος Το διαβατήριο ισχύει.
3. αφορώ Αυτό ισχύει και για εσένα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close