ισότιμος

(προωθήθηκε από ισότιμη)
Μεταφράσεις

ισότιμος

(i'sotimos) αρσενικό

ισότιμη

(i'sotimi) θηλυκό

ισότιμο

equivalent (i'sotimo) ουδέτερο
επίθετο
1. με τα ίδια δικαιώματα Η γυναίκα είναι ισότιμη του άντρα.
2. με την ίδια αξία ισότιμοι τίτλοι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close